Μία βάρκα ακόμα και αν είναι αφημένη στην παραλία μπορεί να σου δώσει την ευκαιρία για να ταξιδέψεις έστω και για λίγα δευτερόλεπτα. Βρέθηκε στο δρόμο μου μια μέρα που με απελπισία έψαχνα το φως. Ο ήλιος ήταν λαμπρός και μεσουρανούσε, όμως εγώ έψαχνα το φως. Μου την έδειξαν. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα σταματούσα μπροστά της αν δεν υπήρχε η προτροπή. Κάτι μου θύμισε. Μάλλον τον εαυτό μου. Ή καλύτερα τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου. Ήταν παραδομένη στην άμμο, αναποδογυρισμένη, κοιτούσε μελαγχολικά τη θάλασσα. Απέναντι της, λίγα μόλις μέτρα μακριά, ήταν άλλη μια βάρκα μέσα στο νερό. Η πρώτη, η παρατημένη, ήμουν σίγουρη ότι την κοιτούσε με φθόνο, ζήλεια και πίκρα. Δεν μπορούσε να γευτεί το χάδι του νερού, την τραχύτητα του αλατιού, τη έντονη και εθιστική μυρωδιά του ιωδίου.
Είχε ένα χρώμα όμοιο με αυτό της θάλασσας όταν έχει βορινό αεράκι, εκείνο που αφρίζει την επιφάνεια του νερού και βαθαίνει το μπλε. Ήμουν σίγουρη πως η βάρκα δεν είχε χάσει τις ελπίδες της ότι θα ξαναπέσει μια μέρα στο νερό. Μέχρι να βρεθεί εκείνος που με στοργή θα την σπρώξει πάνω στην άμμο και θα τραγουδήσει μέσα της τις νότες του πελάγους. Θα απλώσει τα δίχτυα του και εκείνη υπομονετικά θα κουβαλήσει το βάρος της ψαριάς.
Και το χρώμα της θα ζωντανεύει μέρα με τη μέρα, κύμα με το κύμα...
Είχε ένα χρώμα όμοιο με αυτό της θάλασσας όταν έχει βορινό αεράκι, εκείνο που αφρίζει την επιφάνεια του νερού και βαθαίνει το μπλε. Ήμουν σίγουρη πως η βάρκα δεν είχε χάσει τις ελπίδες της ότι θα ξαναπέσει μια μέρα στο νερό. Μέχρι να βρεθεί εκείνος που με στοργή θα την σπρώξει πάνω στην άμμο και θα τραγουδήσει μέσα της τις νότες του πελάγους. Θα απλώσει τα δίχτυα του και εκείνη υπομονετικά θα κουβαλήσει το βάρος της ψαριάς.
Και το χρώμα της θα ζωντανεύει μέρα με τη μέρα, κύμα με το κύμα...